"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η ζωή του ποιητή Γεωργίου Σουρή και η σύζυγός του Μαρία Κωνσταντινίδη Σουρή

Ελαιογραφία του Γεωργίου Σουρή φιλοτεχνημένη το 1889 από τον Τρ. Καλογερόπουλο.
Ανήκει στην κόρη του ποιητή Μυρτώ Λουμπιώτη




του Στέφανου Μίλεση

Ο πατέρας του Γεωργίου Σουρή ήταν γεννημένος στα Κύθηρα. Η μητέρα του στη Χίο ενώ ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1853 στη Σύρο. Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Νέο Φάληρο όπου και πέθανε το έτος 1919. 

Η μητέρα του τον προόριζε για ιερέα, όμως παρά τη μητρική φιλοδοξία ο Σουρής βρέθηκε να εργάζεται κοντά σε συγγενή του που ήταν σιτέμπορος στο Αζόφ. Γρήγορα επέστρεψε στην Αθήνα όπου άρχισε να εργάζεται στο συμβολαιογραφείο του Γρυπάρη, πατέρα του μετέπειτα επιφανούς πολιτικού και διπλωμάτη. Και η εργασία που προσέφερε εκεί ο Σουρής ήταν στην ουσία εκείνη του αντιγραφέα, δηλαδή του γραφέα που αναπαρήγαγε αντίγραφα από το πρωτότυπο συμβόλαιο.  

Την περίοδο εκείνη της ζωής του, γνώρισε από συνοικέσιο τη μετέπειτα σύζυγό του Μαρία Κωνσταντινίδη (που όλοι θα γνωρίζουν στη συνέχεια ως Μαρία Σουρή). Οι περισσότεροι γάμοι την εποχή εκείνη, γίνονταν συνεπεία συνοικεσίου, στο οποίο μάλιστα εξέφραζαν γνώμη όχι μόνο οι γονείς, αλλά και οι γνωστοί της κάθε οικογένειας. Έτσι ο φίλος της οικογένειας Κωνσταντινίδη, ο Ανδρέας Συγγρός, είχε αντιταχθεί στο συγκεκριμένο συνοικέσιο, καθώς δεν θεωρούσε τον Σουρή αντάξιο της Μαρίας. Αντιθέτως ένας άλλος σπουδαίος φίλος της οικογενείας Κωνσταντινίδη, ο Μιχαήλ Μελάς, μετέπειτα Δήμαρχος Αθηναίων, όχι μόνο είχε εγκρίνει αυτό το συνοικέσιο, αλλά ανέθεσε και στη μεγαλύτερη κόρη του να στεφανώσει το νεαρό ζευγάρι. 

Από την εποχή που ο Σουρής γνώρισε την Μαρία ήδη είχε ξεκινήσει τη συγγραφή στίχων, τους οποίους όμως αργότερα δεν θεωρούσε καλούς και διαρκώς παρότρυνε τη σύζυγό του να τους καταστρέψει. Παράλληλα συμμετείχε και σε θεατρικούς ερασιτεχνικούς θιάσους, τους οποίους όμως σύντομα διέκοψε. Στράφηκε στη σατιρική ποίηση γράφοντας σε ανάλογα έντυπα της εποχής όπως "Αριστοφάνης" του Πηγαδιώτη, "Ασμοδαίον", "Ραμπαγάς" και το "Μη χάνεσαι" του Γαβριηλίδη. 

Γράφτηκε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία όμως γρήγορα εγκατέλειψε καθώς απέτυχε στο μάθημα της μετρικής! Τότε ήταν που αποφάσισε την έκδοση του δικού του σατυρικού περιοδικού του "Ρωμηού" το οποίο ήταν εξ ολοκλήρου γραμμένο με μέτρο. Εκείνος που κρίθηκε ως ακατάλληλος στο Πανεπιστήμιο στο μάθημα της μετρικής, επί 36 χρόνια συνέγραφε έντυπο που στηριζόταν εξ ολοκλήρου στο μέτρο!

Η πρώτη ημέρα που κυκλοφόρησε τον "Ρωμηό" ήταν η 2α Απριλίου του 1883, όταν ο ποιητής ήταν 30 ετών. 
Ο Ρωμηός κυκλοφορούσε επί 36 ολόκληρα χρόνια, μέχρι τις 26 Αυγούστου του 1919 ημερομηνία θανάτου του ποιητή. 

Ο Σουρής διέκοπτε την έκδοση του περιοδικού αυτού για δύο μήνες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού καθώς ήθελε να απολαμβάνει το Νέο Φάληρο. Ωστόσο είχε τη βεβαιότητα ότι η φήμη του κάποτε θα απογειωνόταν και ότι θα αναγνωριζόταν η ποιητική του ικανότητα. Αυτή την αίσθηση την επαναλάμβανε διαρκώς στη σύζυγό του Μαρία. Και πραγματικά έτσι συνέβη, καθώς η δημοτικότητά του γρήγορα απογειώθηκε. Ο μόνος στην εποχή του, στο ίδιο είδος ποίησης, που μπορούσε να τον πλησιάσει σε δημοτικότητα ήταν ο Αχιλλέας Παράσχος.

Η μορφή του έγινε γρήγορα αναγνωρίσιμη. Όταν το 1908 ανέβηκε σε ένα μπαλκόνι στην οδό Ερμού για να παρακολουθήσει τον Επιτάφιο -ήταν Μεγάλη Παρασκευή- δύο χωρικοί από το Μενίδι, φορώντας την τοπική τους ενδυμασία, στέκονταν κάτω από το μπαλκόνι κι αντί να κοιτάνε τον Επιτάφιο, έδειχναν ο ένας τον άλλον το μπαλκόνι και φώναζαν "Να ο Σουρής".





Ο σατυρικός ποιητής σε όλη του τη ζωή, ήταν δοσμένος εξ ολοκλήρου στην ποίηση σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο μόνος του. Ο Σουρής έλεγαν, γράφει ποίηση και όλα τα υπόλοιπα είναι ευθύνη της Μαρίας. Ακόμα και τα γυαλιά του, από τη σύζυγό του τα ζητούσε. Υπήρξαν φορές, που ο ποιητής έγραφε για μέρες σκυμμένος πάνω από το επόμενο φύλλο του Ρωμηού του, αρνούμενος να πάει οπουδήποτε ακόμα και για κούρεμα! Τότε η σύζυγός του Μαρία αναλάμβανε και χρέη κουρέα.  

Στην έπαυλή του στο Νέο Φάληρο συγκεντρώνονταν όλοι οι θαυμαστές του και οι φίλοι του για να απολαύσουν το περίφημο λογοτεχνικό σαλόνι του Σουρή που ήταν και συνάμα παράξενο καθώς οι βραδιές σε αυτό δεν είχαν μόνο λογοτεχνικό χαρακτήρα.

Όλος αυτός ο κόσμος που μπαινόβγαινε καθημερινά στο σπίτι του, ερχόταν για τα πάντα σε επαφή με την Μαρία Σουρή. Ο ποιητής ή έγραφε ή αναπαυόταν. Το κουδούνι χτυπούσε από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ. Πότε ο τυπογράφος, πότε ο ταχυδρόμος, πότε ο εκδότης. Όλοι κανόνιζαν την εργασία τους με την Μαρία.  


Η ακάματος σύζυγος του ποιητή,
η Μαρία Κωνσταντινίδη - Σουρή
Ακόμα και δουλειές που απαιτούσαν σωματική εργασία και καταπόνηση, έρχονταν εις πέρας από την Μαρία Σουρή. Με τη βοήθεια ενός μικρού βοηθού του Νίκου, που είχε το παρατσούκλι "Νίκος ο Πράσινος", ετοίμαζαν τα δέματα για την αποστολή του Ρωμηού στην επαρχία.

Ο Σουρής για τη συγγραφή του Ρωμηού είχε καθορίσει ένα πρόγραμμα το οποίο τηρούσε σε κάθε περίπτωση. Κάθε εβδομάδα, τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη, τα πρωινά, κλεινόταν σε ένα δωμάτιο του πάνω ορόφου του σπιτιού του στο Νέο Φάληρο. Σε αυτό υπήρχε μόνο ένα τραπέζι πάνω στο οποίο βρίσκονταν αραδιασμένες όλες οι εφημερίδες της εποχής. Από αυτές ο Σουρής μάθαινε τα γεγονότα τα οποία καλούνταν στη συνέχεια να αποδώσει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. 

Μέχρι την Πέμπτη το απόγευμα έπρεπε η συγγραφή του τεύχους του Ρωμηού να έχει τελειώσει. Την Πέμπτη το βράδυ ο ποιητής κατέβαινε στο σαλόνι του σπιτιού του όπου παρουσία της Μαρίας και φίλων, διάβαζε τα όσα είχε γράψει. Από αυτή την ανάγνωση, εισέπραττε τις πρώτες εντυπώσεις και έκανε τις τελευταίες μικροδιορθώσεις πριν αποστείλει την εφημερίδα στο τυπογραφείο. 

Η Μαρία Σουρή είχε δώσει αυστηρά εντολή στον τυπογράφο, μετά την εκτύπωση της εφημερίδας, να της επιστρέφει τα χειρόγραφα. Είχε δημιουργήσει έτσι, ένα αρχείο χειρογράφων του ποιητή, χρονικής διάρκειας 36 ετών. 

Όλοι ανέμεναν με πραγματική αγωνία να διαβάσουν το Σαββατοκύριακο τον "Ρωμηό" που έθιγε όλα τα γεγονότα της εβδομάδας που πέρασε. Ο Ρωμηός ήταν ο καθρέπτης της ελληνικής κοινωνίας, παρουσιάζοντας όλα τα προτερήματα και ελαττώματά της. Ο Σουρής δεν ήταν απλώς ένας σατυρικός ποιητής. Ήταν ένας φιλόσοφος! Υπήρξε δε και άριστος μεταφραστής αρχαίων κειμένων, όπως είχε πράξει με τις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη.  

Κάθε βράδυ, όλες τις ημέρες της εβδομάδας στο σαλόνι του σπιτιού τους γίνονταν συγκεντρώσεις, που πάντα ξεκινούσαν με παιχνίδια τράπουλας (του Σουρή του άρεσε να παίζει μάους ή πόκερ). Μετά τα χαρτιά συνήθως απήγγειλαν ποιήματα και στη συνέχεια επιδίδονταν σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις για τις οποίες πολλά έχουν γραφτεί. 

Σχετικό το παλαιότερο αφιέρωμα με θέμα:   

Το παράξενο σαλόνι του Σουρή


Φωτογραφία που ανήκει στην Μυρτώ Δουμπιώτη, δευτερότοκο κόρη του Γεωργίου Σουρή. Το θέμα της είναι φυσικά το "Φιλολογικό Σαλόνι του Σουρή".
Σε μια και μόνο φωτογραφία καταγράφονται: Ι. Δαμβέργης, Μπάμπης Άννινος, Γεώργιος Ροϊλός, Άδωνις Κύρου, Κρίτων Σουρής (γιος του Σουρή), Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Στρατήγης, Ιωάννης Πολέμης, Περικλής Γιαννόπουλος, ο ίδιος ο ποιητής, η κόρη του Έλλη Σουρή Μοσχονά, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Γεώργιος Πωπ, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Γεράσιμος Βώκος, ο Νικόλαος Επισκόπουλος (γνωστός ως Ζαν Μωρεάς), η Δέσποινα Κωνσταντινίδου (πεθερά του Γεωργίου Σουρή) και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. 


Η έπαυλη του Σουρή στην οποία διέμενε μέχρι του θανάτου του, λέγεται ότι σε μεγάλο βαθμό υπήρξε δωρεά των φίλων του και των θαυμαστών του. 

Σχετικό το παλαιότερο αφιέρωμα για την: 

Η απήχηση του Σουρή οφειλόταν στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας του ίδιου του ποιητή και η ακεραιότητά του, περνούσαν μέσα από τις στήλες του Ρωμηού στους αναγνώστες,  εκφράζοντας τον μέσο άνθρωπο της εποχής έναντι των διαφόρων γεγονότων κοινωνικού ή πολιτικού χαρακτήρα. 

Ο Ποιητής Γεώργιος Σουρής όπως σχεδιάσθηκε την 20η Δεκεμβρίου του 1902 από τον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό


Ο Σουρής έκανε για πολλά χρόνια τους Έλληνες να ευθυμούν παρότι ο ίδιος ήταν ολιγόλογος και στην όψη μελαγχολικός. Αποτελούσε πρότυπο χριστιανού και καλού οικογενειάρχη. Στο Νέο Φάληρο συνήθιζε να εμφανίζεται πάντα με τη σύζυγό του. Γρήγορα στο τραπέζι στο οποίο κάθονταν, συμπληρώνονταν διαρκώς με άτομα και γρήγορα το τραπέζι του Σουρή καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του καταστήματος που εκείνος καθόταν.   

Κι αν το σπίτι του Σουρή  ήταν ανοιχτό για όλους, ο ίδιος σύχναζε και διατηρούσε φιλία με τον ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό ο οποίος είχε διαμορφώσει το ένα πυργόσπιτο της Καστέλλας σε ατελιέ. Εκτός από τον Σουρή στο ατελιέ του Ροϊλού στην Καστέλλα σύχναζε και ο τρίτος φίλος της παρέας ο Παύλος Νιρβάνας που όπως έγραψε ο ίδιος στο περιοδικό "Νέα Εστία" πήγαινε για να δει από κοντά τον Ροϊλό να εργάζεται.

Από αυτή τη γνωριμία ο Γεώργιος Ροϊλός εμπνεύστηκε έναν από τους ομορφότερους πίνακές του στον οποίο απεικονίζει τόσο τον Σουρή όσο και τον Νιρβάνα. Πρόκειται για το έργο του με τίτλο "Ποιηταί" ο οποίος έχει ως κεντρικό του θέμα τον Αριστομένη Προβελέγγιο να διαβάζει ένα ποίημα σε συγκέντρωση ποιητών. Από αριστερά της ελαιογραφίας προς τα δεξιά απεικονίζεται ο επίσης Πειραιώτης Γεώργιος Στρατήγης, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Ιωάννης Πολέμης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Σουρής και τέλος ο Προβελέγγιος που κρατά στο χέρι του ένα χαρτί από το οποίο απαγγέλλει το ποίημά του. 

Οι ποιητές του Γεωργίου Ροϊλού. Ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο Γεώργιος Σουρής.Το πρωτότυπο έργο ανήκει στον Φιλολογικό Σύλλογο "Ο Παρνασσός".  
  

Ο Γιώργος Σουρής πέθανε στις 26 Αυγούστου του 1919, ενώ η Μαρία Σουρή πέθανε στις 23 Απριλίου του 1934. Λίγο πριν το θάνατό της, είχε την τύχη να παραστεί η ίδια με τον γιο της και τις κόρες της στα αποκαλυπτήρια της προτομής του Σουρή στο Ζάππειο.  Ήταν Ιούνιος του 1932  όταν ο Φιλολογικός Σύλλογος "Παρνασσός" έκανε τα αποκαλυπτήρια της προτομής του ποιητή παρουσία επισήμων και κόσμου.  


Διαβάστε επίσης:

Γεώργιος Σουρής. (Αφιέρωμα του 2014 με την ευκαιρία συμπλήρωσης 95 χρόνων από την απώλειά του)



Πηγές: Πολιτική ιστορία της Νεοτέρας Ελλάδος, Εκδόσεις Πάπυρος, 1964
Εφημερίδες εποχής (23ης, 24ης και 25ης Απριλίου 1934 που αναφέρονται στο θάνατο της Μαρίας Σουρή).

Ο πίνακας "Τερψιθέα" του Βασιλείου Χατζή




του Στέφανου Μίλεση

Μια από τις σπουδαιότερες απεικονίσεις ενός σημείου του Πειραιά του 1884 διασώθηκε χάρη στον πίνακα του Βασιλείου Χατζή με τον τίτλο "Τερψιθέα"

Ο Βασίλειος Χατζής αν και έχει καταταχθεί στους θαλασσογράφους, μας δίνει έναν θαυμάσιο πίνακα που απεικονίζει έναν Πειραιά, η ανάπτυξη του οποίου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη προσήλωση των φιλοπρόοδων Δημάρχων του, των πρώτων ετών της δημιουργίας του. 

Ο Χατζής γεννήθηκε το 1875 στην Καστοριά αλλά από μικρή ηλικία βρέθηκε στην Πάτρα. Πέθανε νεότατος το 1915. Ήταν μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα αλλά και του Κωνσταντίνου Βολανάκη και ταύτισε το όνομά του με τη ναυτική εποποιία των Βαλκανικών πολέμων. 

Ο πίνακας ανήκε στη συλλογή του Ευριπίδη Κουτλίδη και μια φωτογραφική απεικόνιση από το πρωτότυπο πέτυχε ο Π. Ευαγγελάτος για λογαριασμό του Σπύρου Μαρκεζίνη που την εποχή εκείνη συνέγραφε το έργο του, με τίτλο "Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος"

Από αυτό έγινε αφορμή να αναπαραχθεί σε εκατοντάδες αντίγραφα και να γίνει ευρύτατα γνωστός.

Ο Χατζής επέλεξε στον πίνακά του να απεικονίσει τους κήπους της Τερψιθέας καθώς αποτελούσαν το ωραιότερο πάρκο εκείνη την εποχή, ευρισκόμενο επί της άλλοτε Λεωφόρου Σωκράτους, μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου και σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου. 

Ο ατμήλατος σιδηρόδρομος άφησε πολλές αναμνήσεις στους Πειραιώτες τον οποίο αποκαλούσαν "Κολοσούρτη". Διερχόταν από τους κήπους της Τερψιθέας ανάμεσα σε στοιχισμένες ομοιόμορφα δενδροστοιχίες που πλαισίωναν τη διαδρομή του. Ο ζωγράφος Χατζής επέλεξε στο έργο του να απεικονίσει και τον σιδηρόδρομο, διασώζοντάς τον για πάντα στη συλλογική μνήμη. Η μικρή ατμομηχανή σέρνει αγκομαχώντας τρία βαγόνια έχοντας πίσω της ως φόντο τα υπέροχα νεοκλασικά αρχοντικά της Τερψιθέας.

Ο ατμοκίνητος αυτός σιδηρόδρομος που εκτελούσε τη γραμμή Άγιος Βασίλειος - Νέο Φάληρο θα μετατραπεί πολλά χρόνια αργότερα (το 1907) σε ιπποκινούμενος μετά το τραγικό δυστύχημα της Γαργαρέττας. 
Στο ίδιο σημείο του πίνακα του Χατζή, ο ιπποκινούμενος σιδηρόδρομος θα κατασκευάσει τον έναν από τους δύο σταθμούς αντικατάστασης των αλόγων (θα είναι το γνωστό ως ιπποστάσειο Τερψιθέας). 


Μπροστά από τον ατμοκίνητο διακρίνεται ιπποκίνητη άμαξα να διέρχεται την δενδροφυτεμένη λεωφόρο


Την ιστορία του ατμοκίνητου σιδηροδρόμου που απεικονίζεται να διέρχεται από τους κήπους της Τερψιθέας μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Η συνοικία Τσίλλερ (Καστέλλα) το 1884 έχει ήδη οικοδομηθεί αλλά η αίγλη της Τερψιθέας διατηρείται ακόμα καθώς συνεχίζει να αποτελεί τον κύριο τόπο περιπάτου των Πειραιωτών. 

Ο πίνακας απεικονίζει θερινή περίοδο αφού οι διερχόμενες κυρίες κρατούν ομπρέλες, για προστασία από τον ήλιο, ενώ στα αριστερά τρία καλοντυμένα παιδιά αστικής τάξης παίζουν με τα νερά του σιντριβανιού, φορώντας τα δύο από αυτά ψάθινα καπέλα. Το αγόρι, είναι ντυμένο ναυτάκι, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. 
Το 1878 κατασκευάστηκε από τον Ιωάννη Λαζαρίμο το συντριβάνι των κήπων. 

Τις μαρμάρινες σκάλες των κήπων ετοιμάζεται να ανέβει ένας άνδρας ντυμένος με την παραδοσιακή μακριά φουστανέλα, δημιουργώντας αντίθεση με τις υπόλοιπες ενδυμασίες που είναι αστικές και κύρια με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της προόδου όπως τονίζεται από την ύπαρξη της ατμομηχανής. 


Ο φουστανελοφόρος που ετοιμάζεται να ανέβει τα μαρμάρινα σκαλιά της Τερψιθέας


Την ιστορία της Πλατείας Τερψιθέας μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Σήμερα η μοναδική κατασκευή που έχει μείνει αναλλοίωτη είναι ο τοίχος που διαχωρίζει το άνω με το κάτω διάζωμα των κήπων.